Τετάρτη, Δεκεμβρίου 26, 2007

Το ανόημα των Εορτών

Πολλοί αναρωτιούνται πιο είναι το νόημα των εορτών των Χριστουγέννων.

Προς τι όλα αυτά τα πολυτελή ρεβεγιόν που διοργανώνονται, οι μονότονες ευχές για χρόνια πολλά ενώ γνωρίζουμε πως “Ουκ εν τω πολλώ το ευφ”, προς τι τα πανύψηλα τεχνητά δένδρα, τα παιδιά που ζητιανεύουν ένα σεντ πριν καλά - καλά ολοκληρώσουν το κακόφωνο και βιαστικό κάλαντο, οι υπερβολικοί στολισμοί, τα αγχωμένα ψώνια, τα υπερβολικά δώρα, οι κροκοδείλιες ευχές, τα λουκούλλεια γεύματα γύρω από την εστία; Ποιο είναι το νόημα όλου αυτού του σαματά και τι είναι αυτό που “γιορτάζουμε”;
Κάποιοι απαντούν πως είναι η συλλογική εκδήλωση χαράς, αγάπης, αδελφοσύνης, συμπόνιας και ευγνωμοσύνης στο πρόσωπο του θεα-ανθρώπου. Μοιραζόμαστε και απολαμβάνουμε όλοι μαζί τα υλικά αγαθά που έχει δημιουργήσει ο πολιτισμός μας στο Όνομά του. Φυσικά και θυμόμαστε, ειδικά ετούτες τις ημέρες, τον συνάνθρωπο που υποφέρει, εκείνον που δεν ήταν τόσο τυχερός όσο εμείς να κατέχει τα "καλά" του πολιτισμού μας. Οι γιορτές των Χριστουγέννων είναι η κατεξοχήν περίοδο για να εκδηλώσουμε την φιλανθρωπία μας, λένε κάποιοι, ως εκδήλωση της αγάπης μας για τον (συν)άνθρωπο. Αλλά έχουμε πάψει προ πολλού να θρώσκομεν άνωθεν …

Δεν υπάρχει χειρότερη δυσοσμία από εκείνη που βγάζει η καλοσύνη όταν σαπίζει. Είναι μαζί η μπόχα του ανθρώπινου και του θεϊκού πτώματος. Ένας άνθρωπος δεν είναι καλός επειδή μπορεί να με ταΐσει όταν πεθαίνω της πείνας ή επειδή μπορεί να με ζεστάνει όταν παγώνω, αυτά τα κάνει και ένας σκύλος Λαμπραντόρ! Φιλ(ος)ανθρωπία με την πιο ευρεία έννοια δεν σημαίνει συμ-πόνια για τον συνάνθρωπο. Τι ωφελεί η φιλανθρωπία ως αναγνώριση πόνου, εάν δεν μας βοηθά στην καλύτερή μας φάση, τότε που πράγματι αξίζουμε την φιλία των συνανθρώπων μας; Όλα τα υπόλοιπα είναι υποκρισίες! Συχνά οι “φτωχοί” υποφέρουν περισσότερο από την αμορφωσιά και την αγένεια παρά από το κρύο και την πείνα. Αν τους δώσουμε χρήματα το μόνο που τους μαθαίνουμε είναι πως να αγοράζουν και άλλα κουρέλια. Αλλά μήπως και εμείς την ίδια συνήθεια δεν έχουμε, να αγοράζουμε κουρέλια, ίσως όμως πιο ακριβά, πιο φανταχτερά.

Η πολυτέλειά μας εξαντλείται στο ότι μπορούμε να τα εναλλάσσουμε συχνότερα!

Σκοπός των ρούχων ήταν κάποτε να μας κρατούν ζεστούς. Όμως, στην σημερινή εποχή σκοπός τους είναι να καλύπτουν την γύμνια μας. Γι αυτό τα αλλάζουμε τόσο γρήγορα. Νομίζουμε πως για την γύμνια μας φταίει το ρούχο και έτσι απεγνωσμένα ψάχνουμε εκείνο που επιτέλους θα την καλύψει. Γιατί άραγε δεν βρέθηκε ακόμη το ιδανικό ρούχο που θα την καλύψει εντελώς;

Γιατί συνεχίζεις, ώ άνθρωπε, να νιώθεις τόσο πολύ γυμνός;

Ο πολύς κόσμος νοιάζεται περισσότερο να έχει ρούχα της μόδας, ή τουλάχιστον καθαρά και ατσαλάκωτα, παρά να έχει καθαρή συνείδηση! Πιο μεγάλη σημασία δίνει στο κοστούμι παρά στον άνθρωπο που το φοράει. Σήμερα δεν πιστεύουμε ποια ούτε στις τρεις Χάριτες ούτε στις τρεις Μοίρες αλλά μόνο στην “θεά” Μόδα.

Η φιλανθρωπία αποτελεί την μοναδική αρετή που εκτιμά η ανθρωπότητα. Μα τι λέω, την υπερεκτιμά και πολύ μάλιστα. Στην πραγματικότητα όμως, ο φιλάνθρωπος απλώς περιβάλλει την ανθρωπότητα με την αύρα των δικών του απωθημένων θλίψεων κι αυτό το αποκαλεί συμπόνια.

Πρέπει να μεταδίδουμε το θάρρος μας και όχι την απελπισία μας, την υγεία και την ευρωστία και όχι την αρρώστια μας και να προσέχουμε μην και εξαπλωθεί η τελευταία σαν την πανούκλα. Αυτό που στενοχωρεί τον “φιλάνθρωπο” δεν είναι τόσο η κατάσταση του συνανθρώπου του αλλά το προσωπικό του βάσανο. Δεν νιώθει, ο φιλάνθρωπος, συμπόνια με την έννοια της πραγματικής έγνοιας για τον άλλο. Η φιλανθρωπία είναι γι αυτόν, στην καλύτερη περίπτωση ένα τρόπος εξιλέωσης που έτυχε εκείνος, τάχα, να βρεθεί σε καλύτερη μοίρα, δηλαδή να έχει περισσότερα υλικά πλούτη από τον άλλο και στην χειρότερη ένας πρακτικός τρόπος κοινωνικής “καταξίωσης”. Ποιός θα βρεθεί να χτυπήσει συμπονετικά τον φιλάνθρωπο στην πλάτη;

Στην πραγματικότητα ο πλούτος του ανθρώπου μετριέται όχι από τον αριθμό των πραγμάτων (ασημένιων ή χρυσών) που έχει στην κατοχή του αλλά από όλα εκείνα τα αναρίθμητα που έχει την πολυτέλεια να αφήνει απείραχτα.

Αλλά, αλίμονο!! Τι έχει αφήσει απείραχτο ο σύγχρονος άνθρωπος;

Ζει απελπιστικά πολύ γρήγορα. Θεωρεί ουσιώδες να μπορεί να χρησιμοποιεί ένα σωρό εφευρέσεις και εργαλεία τα οποία εναλλάσσονται και εξελίσσονται, εφευρέσεις τις οποίες δεν έχει δημιουργήσει ο ίδιος αλλά κάποιες αφηρημένες οντότητες (πανεπιστήμια, νοσοκομεία, επιχειρήσεις, έθνη-κράτη).

Όπως έγραψε κάποτε ο Θορώ “Αν δεν αφιερώσουμε μερόνυχτα ατελείωτα για την κατασκευή σιδηροτροχιών τότε ποιος θα κατασκευάσει και επεκτείνει τους σιδηροδρόμους; Και αν δεν φτιαχτούν οι σιδηρόδρομοι τότε πως θα προλάβουμε να φθάσουμε έγκαιρα στον Παράδεισο; Δεν ταξιδεύουμε με το τρένο, το τρένο ταξιδεύει πάνω μας.”

Όμως όσο και να μειώνουμε τις αποστάσεις μεταξύ μας με τραίνα και αεροπλάνα δεν πρόκειται να έρθουμε κοντύτερα ο ένας με τον άλλο στην σκέψη. Αλήθεια σε τι επιθυμούμε να κατοικούμε πιο κοντά στην σκέψη ή στο σώμα;

Γιατί θα πρέπει να ζούμε τις ζωές μας τόσο βιαστικά, τόσο απερίσκεπτα και τόσο σπάταλα; Σταματήστε πια! Γιατί κάνετε πως τρέχετε τόσο γρήγορα ενώ στην πραγματικότητα σέρνεστε πιο αργά και από τα σαλιγκάρια; Αντί να δείξετε σεβασμό μονάχα σε ότι είναι ουσιώδες και αναπόφευκτο, αντί να αναγνωρίσετε το δικαίωμα ύπαρξης στο αναγκαίο, κλείνετε τα μάτια και κοιμάστε όρθιοι. Επιτρέπετε στους εαυτούς σας να ξεγελιούνται από τις εντυπώσεις, από το φαίνεσθε, από την τεχνική γυαλάδα της εξωτερικής επιφάνειας που έχετε δημιουργήσει γύρω από την μονότονη ζωής σας, όλοι εσείς οι σύγχρονοι πολίτες. Μια ζωή θεμελιωμένη στην ψευδαίσθηση, χτισμένη με τούβλο το ψέμα και πηλό την υποκρισία.

Ότι πιστεύει κανείς για τον εαυτό του, αυτό είναι που καθορίζει, ή πιο σωστά προμηνύει την μοίρα του. Το χειρότερο είναι να είσαι ο μαστιγωτής του εαυτού σου. Κανένα πλάσμα της Φύσης δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο από τροφή και ένα φυσικό καταφύγιο.

Αφού ο άνθρωπος κατάφερε να ζεστάνει τον κορμό του ποιά ήταν η επόμενη επιθυμία του; Γιατί εκφυλίζεται; Γιατί ενώ ο πολιτισμός βελτιώνει συνεχώς τα σπίτια, δεν βελτιώνει παράλληλα και τους ανθρώπους που κατοικούν μέσα σε αυτά. Αλίμονο! Οι άνθρωποι έγιναν εργαλεία των εργαλείων τους! Χτίζουμε γι αυτόν τον κόσμο ένα αρχοντικό και για τον άλλο έναν οικογενειακό τάφο. Ο πολιτισμένος άνθρωπος δεν είναι τίποτε περισσότερο από έναν πιο έμπειρο και εξυπνότερο αλλά ακαλλιέργητο άγριο.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δείχνουν να μην έχουν συλλογιστεί ποτέ τους τι ακριβώς σημαίνει σπίτι. Ο άνθρωπος που χτίζει το δικό του σπίτι είναι σαν το πουλί που φτιάχνει την φωλιά του. Εμείς όμως μοιάζουμε σαν τον κούκο που αφήνει τα αυγά του σε φωλιές που έχουν χτίσει άλλα πουλιά. Είναι τόσο πολύ “εξελιγμένα” τα σημερινά σπίτια, ώστε μας είναι αδύνατο να ασχοληθούμε με μια τόσο φυσική εργασία όπως το χτίσιμο του δικού μας σπιτιού. Όπως το σπίτι, έτσι και όλα σχεδόν τα υπόλοιπα, τα ρούχα, το φαγητό ακόμη και την διασκέδαση, τα λαμβάνουμε έτοιμα από άλλους.

Που θα σταματήσει αυτός ο κατακερματισμός της εργασίας; Και σε τελική ανάλυση τι σκοπό εξυπηρετεί; Όσων τα κελάρια είναι άδεια από καρβέλια και (σε λίγο) από πόσιμο νερό, το τελευταίο που τους απασχολεί είναι η μόδα, η αρχιτεκτονική και η σπιτική “θαλπωρή”. Υπάρχει μια διάχυτη μυθολογία γύρω από τις τεχνολογικές “προόδους” μας, μια ψευδαίσθηση γύρω από αυτές. Οι εφευρέσεις μας, τις οποίες συνεχίζουμε να δημιουργούμε και να χρησιμοποιούμε με ασίγαστο πάθος, δεν είναι παρά έξυπνα και κομψά παιγνίδια που αποσπούν την προσοχή μας από τα σοβαρά ζητήματα.

Έτσι δεν είναι παρά βελτιωμένα μέσα για έναν αβελτίωτο σκοπό.

Τις παράγουμε με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα, λες και κάποια αόρατη μοίρα μας απειλεί ότι δεν προλαβαίνουμε, πως ο χρόνος μας τελειώνει. Και έτσι όλα γίνονται πλέον πολύ γρήγορα. Σήμερα το ζητούμενο είναι να μιλάμε γρήγορα και όχι λογικά, να δρούμε άμεσα και όχι ιδιαίτερα μελετημένα. Οι άνθρωποι φαίνεται να έχουν την πεποίθηση πως εάν εξακολουθούν να δημιουργούν εφευρέσεις με ταχύτερους ρυθμούς κάποτε θα μπορέσουν να φθάσουν κάπου σε χρόνο μηδέν και με μηδέν κόστος ...

Αυτή η στάση μας θυμίζει τον Έλληνα εκείνο που ξενιτεύτηκε στην Γερμανία για να κάνει πολλά χρήματα, ώστε να μπορέσει κάποια μέρα (κοντά στο τέλος της ζωής του) να επιστρέψει για να ζήσει ως ποιητής ή ως φιλόσοφος στην εξοχική κατοικία που θα έχει κατασκευάσει με τα χρήματα της ξενιτιάς. Μα καλά αφού ήταν εδώ στον τόπο που γεννήθηκε η φιλοσοφία γιατί δεν έμπαινε αμέσως σε ένα πιθάρι να αρχίσει να φιλοσοφεί;

Αυτά παθαίνει όποιος μεγαλώνει με την μελέτη της Πολιτικής Οικονομίας αντί για την οικονομία της Ζωής.

Όπως οι πολίτες τους, έτσι και τα σύγχρονα έθνη κατατρέχονται από την παράλογη επιθυμία να διαιωνίσουν την μνήμη τους μέσα από τις τεράστιες ποσότητες κατεργασμένου μετάλλου, μπετόν, γυαλιού και πλαστικού που θα αφήσουν πίσω τους. Πόσο διαφορετικά θα ήταν εάν διαγωνίζονταν στην κατεργασία των τρόπων τους αντί του τσιμέντου; Όλες αυτές οι κατασκευές κοστίζουν περισσότερο από όσο αξίζουν. Κινητήρια δύναμη για την δημιουργία τους δεν είναι η ανάγκη για καταφύγιο και ζεστασιά του σώματος (που έχει ήδη προ πολλού ικανοποιηθεί), αλλά η ματαιοδοξία .... παγωνιά στην ψυχή ...


Τελικά, μέσα στο μεγάλο πανηγύρι των ημερών, ανάμεσα στους τόνους από κομφετί, λαμπιόνια, κρέατα, ποτά και μακιγιάζ, πάλι καλά που υπάρχει εκεί σε κάποια ακρούλα, βουβή η εικόνα με την καλύβα της γέννησης του Χριστού. Νιώθω το παιδικό βλέμμα να μας επεξεργάζεται με θλιμμένη και ερωτηματική ματιά.

Πότε θα ωριμάσουμε;